..σκέφτομαι και γράφω.

16.2.17

άτιτλο

Ταξίδι δεν είναι τα χιλιόμετρα, είναι οι ματιές
Οι παλμοί σου στην τσίτα, τα μαλλιά κάποιου πάνω σου.
Μετά από αυτό και μερικά εκατοστά να σας χωρίζουν,
ακόμα και στη διπλανή καρέκλα να κάθεται, μακριά σου είναι.
Μονάδα μέτρησης απόστασης, ο έρωτας.

6.11.15

έστω.

"Δεν θέλω να ξυπνήσω ένα πρωί και να πάψω να σαγαπάω"

Ξέρεις υπάρχει αυτό το κενό κάποιες μέρες.
Συνήθως καταπίνεται.
Αλλά όταν σε καταπίνει,
θέλεις να τους πετάξεις όλους μακριά σου
και να ζεις στο τίποτα σου.

Με βλέπεις να χάνομαι μέσα μου.
Δεν θέλω να με περιμένεις στο τέρμα μου
γιατί μπορεί να μη γυρίσω
και να θολώσουμε άδικα.
Άρπαξε με 
και πες μου πως 
στο βούρκο μου θα βυθιστείς μαζί μου.
Έστω πες το.

30.10.15

περι Γαλλίας, περι σινεμά και άλλων ψυχώσεων. (κατι δικα μου)

Μια περίοδος άκρως σημαντική για τον κινηματογράφο στη Γαλλία (αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη) ήταν τα χρόνια μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Βγαίνοντας τραυματισμένη από την γερμανική κατοχή, η Γαλλία βρέθηκε μπροστά σ' ένα κενό: για όλη την περίοδο της γερμανικής κατοχής -σχεδόν 5 χρόνια- οι αμερικάνικες ταινίες δεν προβαλλόταν στους κινηματογράφους της. Αυτή ήταν μια ιδιαίτερα σημαντική περίοδο για τον αμερικάνικο κινηματογράφο -η αποκορύφωση του κλασικού κινηματογράφου. Ταινίες όπως Citizen Kane (1941), Stagecoach (1939), Grapes of Wrath (1940), Gone with the Wind (1939), His Girl Friday (1939): κάποια από τα αριστουργήματα του Χόλιγουντ απουσίαζαν επιδεικτικά από τις γαλλικές οθόνες, καθώς είχαν αντικατασταθεί από τις ανούσιες ταινίες της γερμανικής ναζιστικής προπαγάνδας. Έτσι μέσα την ευφορία της απελευθέρωσης και προσπαθώντας να καλύψουν αυτό το χρονικό κενό, οι γάλλοι κινηματογραφόφιλοι έζησαν στις σκοτεινές αίθουσες κάποιες εξαιρετικά σημαντικές στιγμές του χολιγουντιανού κινηματογράφου (όπως το film noir, όρος που προέρχεται από εκείνη την περίοδο). Την ίδια περίοδο στην γειτονική Ιταλία νέες ιδέες για τον κινηματογράφο διαμορφώνονται μέσα στα ερείπια που άφησε ο πόλεμος: είναι τα χρόνια του νεορεαλισμού.
Το Παρίσι των πρώτων χρόνων μετά την απελευθέρωση ήταν ένας ενδιαφέρον τόπος για τους φίλους του κινηματογράφου: κινηματογραφικές λέσχες (όπως το Cine -club du Quartier Latin), η ταινιοθήκη (Cinematheque francaise) του Henri Langlois, προβολές ταινιών σε εργοστάσια. Ήταν μια εποχή πάθους για το σινεμά, έξαψης και στοχασμού για τις ταινίες και τους σκηνοθέτες. Αυτό το πάθος δεν άργησε να περάσει και στο γραπτό λόγο. Νέα περιοδικά άρχισαν να εκδίδονται και ένας διαφορετικός λόγος για τον κινηματογράφο άρχισε να αρθρώνεται. Το περιοδικό που κατέγραψε αυτή τη μακρά περίοδο ζύμωσης (σχεδόν έξι χρόνια), που εξέφρασε αυτό το κλίμα, που φιλοξένησε τον νέο λόγο για τον κινηματογράφο ήταν τα Cahiers du Cinema (Τα τετράδια του Κινηματογράφου).
Το πρώτο τεύχος κυκλοφόρησε τον Απρίλιος του 1951, και μέσα στην ιδρυτική του συντακτική ομάδα ήταν και ο Andre Bazin (Αντρέ Μπαζέν), ένας αριστερών τάσεων καθολικός (ο όρος είναι ένα οξύμωρο). Τα χρόνια που ακολούθησαν ο Bazin έγινε η ηγετική φυσιογνωμία του περιοδικού, ένας κριτικός κινηματογράφου του οποίου ο λόγος παρέμεινε διαχρονικός [υπερασπίστηκε με το ίδιο πάθος ταινίες του Χόλιγουντ και του ιταλικού νεορεαλισμού]. Ωστόσο η συμβολή του υπήρξε πολύ πιο σημαντική από ότι υπονοούν τα γραπτά του: την περίοδο που διηύθυνε το περιοδικό και μέχρι τον θάνατο του, συγκέντρωσε και κατηύθυνε μια ομάδα παθιασμένων φίλων του κινηματογράφου οι οποίοι είχαν εξελιχθεί σε κριτικούς. Τα ονόματα τους: Jean Luc Godard, Jacques Rivette, Francois Truffaut, Eric Rohmer, Claude Chabrol.
Το περιοδικό αυτό γρήγορα έγινε ένας τόπος όπου καλλιεργήθηκε μια άλλη αντίληψη του κινηματογράφου. Για τους κριτικούς των Cahiers το σινεμά ήταν ενιαίο -δεν υπήρχε λαϊκός ή καλλιτεχνικός κινηματογράφος. Και η ταινία ήταν μια μορφή τέχνης (και ως τέτοια έπρεπε να αντιμετωπίζεται), ο σκηνοθέτης της ένας δημιουργός. Αποτέλεσμα των αντιλήψεων που διαμορφώθηκαν εκείνη την περίοδο υπήρξε η "ανακάλυψη" και "αποκατάσταση" των αμερικανών σκηνοθετών. Ονόματα όπως ο Howard Hawks, Joseph Mankiewicz, Alfred Hitchcock, σκηνοθέτες υποτιμημένοι από την τότε "επίσημη" κριτική, αντιμετωπίσθηκαν ως δημιουργοί. Η "θεωρία του δημιουργού", που αναπτύχθηκε τότε, αναζητούσε στις "ταπεινές" ταινίες αυτών των σκηνοθετών, τις οποίες είχαν δημιουργήσει στο στενό περιβάλλον των στούντιο, τα ίχνη μιας προσωπικής γραφής. Εμμονές ιδέες που βρίσκονταν κάτω από την επιφάνεια των εικόνων και το αναλλοίωτο από τις πιέσεις των παραγωγών, ύφος κινηματογραφικής γραφής ήταν τα βασικά στοιχεία που αναζήτησαν σ τις ταινίες και στους σκηνοθέτες τους.
Οι προτιμήσεις του περιοδικού κάλυπταν όλες τις όψεις του τότε κινηματογράφου: ο Rossellini και ο Hitchcock, o Welles και ο Ford, ο Renoir και ο Murnau. Αυτή η ευρεία γκάμα των προτιμήσεων τους, αλλά και ο γραπτός λόγος που καλλιεργήθηκε αυτή την πρώτη περίοδο, υπήρξε το μεγαλύτερο μάθημα που δόθηκε ποτέ σχετικά με τον κινηματογράφο: ένας θεατής πρέπει να μπαίνει στην αίθουσα χωρίς προκαταλήψεις και αγνοώντας, όσο είναι δυνατό, τις σειρήνες του μάρκετινγκ ή της "κριτικής", να αντιλαμβάνεται την προβολή της κάθε ταινίας ως μια αισθητική εμπειρία. Να επιτρέπει στην ταινία να τον καταλαμβάνει εξ εφόδου. Να τού αλλάζει τον τρόπο που βλέπει την πραγματικότητα και την ζωή.
Καθώς τα χρόνια περνούσαν η πρώτη ομάδα των κριτικών εισέβαλε στα κινηματογραφικά πλατό, δημιουργώντας την nouvelle vague (το Νέο κύμα) ένα κινηματογραφικό κίνημα που απελευθέρωσε τον κινηματογράφο από την δυναστεία των στούντιο. Αυτή η αποχώρηση έστρεψε το περιοδικό σ' άλλες κατευθύνσεις: ήταν ο γαλλικός Μάης του 68 και τα χρόνια της έντονης πολιτικοποίησης που σημάδεψαν τα κείμενα του περιοδικού. Νέες θεωρίες και νέες οπτικές (η ψυχανάλυση, ο δομισμός, ο μαρξισμός) εισέβαλαν στο κριτικό λόγο αλλάζοντας τον τρόπο που οι ταινίες προσλαμβάνονταν από τους κριτικούς. Παρόλο που αρκετά κείμενα αυτής της περιόδου παρεκκλίνουν προς ένα ερμηνευτικό ντελίριο, διατηρούν πάντα το πάθος για στοχασμό και χαρακτηρίζονται από την ένταση του κριτικού βλέμματος.
Οι δεκαετίες του 80 και του 90 καθορίστηκαν από μια στροφή του περιοδικού σε πιο "σινεφίλ" κατευθύνσεις. Τα κείμενα, διατηρούν τους απόηχους της προηγούμενης περιόδου, και παράλληλα αναζητούν κάτι από αίσθηση και το πάθος της πρώτης περιόδου: το περιοδικό εξακολουθεί να λατρεύει τους αμερικάνους δημιουργούς (όπως ο Clint Eastwood) αλλά παραμένει πάντα ανοικτό στο σινεμά όλου του κόσμου.
Σ' αυτά τα πενήντα χρόνια που πέρασαν και παρ' όλες τις μεταμορφώσεις του περιοδικού (φυσιολογική απόρροια του πνεύματος των καιρών), τα Cahiers σταθερά παρέμειναν το προπύργιο μίας άλλης αντίληψης για το σινεμά.
Μακριά από τα λαμπερά φώτα του Χόλιγουντ, τα Cahiers και οι κριτικοί τους προτίμησαν το σκοτάδι της κινηματογραφικής αίθουσας.
Αρνήθηκαν την λατρεία των σταρ και υποκλίθηκαν στον σκηνοθέτη δημιουργό.
Πρότειναν τον στοχασμό. Υπερασπίστηκαν τον κινηματογράφο. Τον αληθινό κινηματογράφο..

9.8.15

μπλου Sunday.

Πάντα έβρισκα ελάχιστα να θαυμάσω σε μια Κυριακή.
Στο μυαλό μου Κυριακή είναι το μέρος που ο Θεός κρύβει τις παντόφλες του.
Είναι μια μέρα που αναδίδει τόση ανία ώστε καμία διασκέδαση δεν μπορεί να την διασκεδάσει.
Μερικοί την έχουν για ξεκούραση, προσωπικά πιστεύω πως δημιουργεί κάποια υπερφυσική κατάθλιψη.
Κυριακή, ασθενική και χλεμπονιάρικη ανάμνηση του ρωμαλέου Σάββατου.
Κυριακή, η μέρα που οι χωρισμένοι πατεράδες με δικαίωμα επίσκεψης παίρνουν τα παιδιά τους.
Κυριακή, υποχρεωτική αργία για τύπους που δεν έχουν τάσεις αργίας.
Κυριακή, η μέρα που -στουπί απο το Σαββατόβραδο- ξυπνάς με ένα κεφάλι καζάνι χωρίς όρια και μέχρι αργά το απόγευμα πας αγκαζέ με την ζαλάδα κ τον πονοκέφαλο.
Κυριακή, η μέρα που οι παραχορτασμένοι γάτοι νιαουρίζουν τεμπέλικους ύμνους και οι ποδοσφαιριστές παίζουν μπάλα.
Κυριακή, η μέρα που τυπώνονται ειδικές εφημερίδες.
Κυριακή, είναι θα περασει..

*(οι συμπάσχοντες δοκιμάστε όμορφα ελαφρά αναγνώσματα, βόλτα με τα σκυλιά σας κ ίσως κάποιο θερινό σινεμά)

18.7.15

φεγγαροερωτηματα.

Έχει άραγε λόγο να υπάρχει το φεγγάρι ;
Ο Άλμπερτ Καμύ έγραψε πως το μόνο σοβαρό ερώτημα είναι
αν πρέπει κανείς να αυτοκτονεί ή όχι.
Ο Τομ Ρόμπινς έγραψε πως το μόνο σοβαρό ερώτημα είναι
αν ο χρόνος έχει αρχή και τέλος.
Σίγουρα όταν το ΄γραψε ο Καμύ θα ΄χε στραβοκοιμηθεί
κι ο Ρόμπινς θα είχε ξεχάσει να βάλει το ξυπνητήρι.
Ένα είναι το σοβαρό ερώτημα. Κι αυτό είναι:
Ποιός ξέρει να κάνει την αγάπη παντοτινή ;
Απάντησε μου σε αυτό και θα σου πω αν πρέπει να αυτοκτονείς ή όχι.
Απάντησε μου σε αυτό και θα σε καθησυχάσω για την αρχή και το τέλος του χρόνου.
Απάντησε μου και θα σου αποκαλύψω αν έχει λόγο να υπάρχει το φεγγάρι. 

10.5.15

Κρίση πανικού.

Γρήγορα αυτοκίνητα, γρήγορα φαγητά, γρήγορες ταινίες, γρήγορες σχέσεις, γρήγορες κουβέντες, γρήγορα αστεία, γρήγορη ζωή.
Από πότε αρχίσαμε να τρέχουμε λες και μας κυνηγάνε ;
Γιατί ; Γιατί τρέχουμε να προλάβουμε το επόμενο χωρίς να έχουμε ζήσει το προηγούμενο ; Δεν είναι οι στιγμές που φεύγουν εμείς τις προσπερνάμε βιαστικά.
Δε ζούμε, λαχανιάζουμε και μας ξεγελάμε πως έτσι νιώθουμε ζωντανοί, δυνατοί.
Οι ήρωες των ταινιών μας τρέχουν δεν ερωτεύονται πια.
Δεν ξέρω που στο καλό μπορεί να χάθηκαν αυτά τα αργά βλέμματα, τα αργά φιλιά, τα αργά τραγούδια. Η μουσική κάποτε σήμαινε μελωδία, τώρα στίχοι ασθματικοί και φασαρία, βαβούρα και εμείς να χορεύουμε στο ρυθμό της μάζας.
Κάναμε τους ανθρώπους μας αριθμούς και τους βάλαμε σε φανταχτερά χρονοδιαγράμματα. Γεμίσαμε την καθημερινότητά μας με κενό, στο κενό όμως ξεχάσαμε πως δεν υπάρχει οξυγόνο και όπου
δεν υπάρχει οξυγόνο δεν υπάρχει και ζωή.
Κάναμε το χρόνο μας τσιγάρα που ρουφάμε βιαστικά,
ένα κολλημένο κουμπί φαστ φόργουορντ,
μια φάνκι λούπα..ζάλη.

29.4.14

περί νοσταλγίας.

Έφυγες,
ζούσα μέσα στην απουσία σου
και η απουσία σου ήταν αστραφτερή παρουσία στη ζωή μου.
Όλα τα κατέλυε κι όλα τ' αναγεννούσε απ'την αρχή σε χρωματισμούς και φωτοσκιάσεις.
Φωτοσκιάσεις νοσταλγίας.
Σε νοσταλγούσα.
Η νοσταλγία δίνει στη ζωή ουσία και ανάταση.
Αθωώνει τις ψυχές κι ευαισθητοποιεί το δέρμα.
Σε μαλακώνει, σε κάνει καλό κι ονειροπόλο.
Τα πράγματα γύρω σου από απρόσωπα αντικείμενα μεταμορφώνονται σε σύμβολα , οιωνούς και υπαινιγμούς.
Αυτό μετάγγιζε στην καθημερινότητα μου ποίηση και συγκίνηση.
Όλα παίρνανε θέση και συγκλείνανε στο μέγα ερώτημα : πότε θα ξανάρθεις ;;
Νοσταλγώντας σε γινόμουν όμορφη.
Αν οι άνθρωποι γνώριζαν τη σημασία  που μπορεί να έχει η απουσία τους θα τη χρησιμοποιούσαν καλύτερα στις μεταξύ τους σχέσεις.
Αντίθετα, τρομάζουν μήπως απόντες περιπέσουν σε κενό ανυπαρξίας κι αυτό τους κάνει ενοχλητικά φασαριόζους και φλύαρους.
Και το κενό της φλυαρίας είναι το χειρότερο.
Όταν νιώσεις την απουσία μπορείς να μετρήσεις και να γνωρίσεις τις διαστάσεις σου, το κουράγιο σου, τις δυνατότητές σου, τις αποστάσεις που μπορεί να διανύει η ματιά σου και η φαντασία σου.
Αν είναι αλήθεια ότι αγαπάμε ό,τι μας λείπει
εγώ από την ώρα που μου έλειψες
σε λάτρεψα.